Η έννοια της πρόσφορης αιτιότητας σε περιπτώσεις θανάτου που επέρχεται μεταγενέστερα: Η αστική ευθύνη για αποζημίωση θεμελιώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, όταν κάποιος προκαλεί παράνομα και υπαίτια ζημία σε άλλον. Για να υπάρξει ευθύνη απαιτείται να συντρέχουν τρία στοιχεία: παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη, επέλευση ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης και της ζημίας. Η αποζημίωση, κατά τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος, εφόσον αποτελούν συνέπεια του ζημιογόνου γεγονότος. Παράλληλα, το άρθρο 300 ΑΚ προβλέπει ότι η συνυπαιτιότητα του παθόντος δεν αποκλείει την ευθύνη, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της αποζημίωσης. Στα τροχαία ατυχήματα εφαρμόζονται επιπλέον οι διατάξεις του Π.Δ. 237/1986, οι οποίες προβλέπουν την άμεση αξίωση του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή καθώς και την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου σε ειδικές περιπτώσεις.
Κεντρικό ζήτημα στις περιπτώσεις αυτές είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του τροχαίου ατυχήματος και της ζημίας ή του θανάτου. Η νομολογία του Αρείου Πάγου ακολουθεί τη θεωρία της πρόσφορης αιτίας, σύμφωνα με την οποία αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ήταν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή να επιφέρει το αποτέλεσμα. Δεν απαιτείται το αποτέλεσμα να επέλθει άμεσα ή σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σημασία έχει αν ο τραυματισμός αποτέλεσε ουσιώδη παράγοντα για την επέλευση του αποτελέσματος.
Η νομολογία δέχεται ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ τραυματισμού και θανάτου δεν διακόπτει από μόνο του τον αιτιώδη σύνδεσμο. Νομολογιακά γίνεται δεκτό ότι ο σοβαρός τραυματισμός από ατύχημα μπορεί να θεωρηθεί αιτία θανάτου ακόμη και όταν μεσολαβεί χρονικό διάστημα και υπάρχει παθολογική προδιάθεση του παθόντος. Η προδιάθεση αυτή δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο, εφόσον ο τραυματισμός συνέβαλε ουσιωδώς στην επιδείνωση της κατάστασης.
Αντίθετα, διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου αναγνωρίζεται μόνο όταν μεσολαβεί μια νέα, αυτοτελής και ανεξάρτητη αιτία, η οποία είναι από μόνη της ικανή να επιφέρει το αποτέλεσμα και αποσυνδέει πλήρως τον θάνατο από το αρχικό ατύχημα. Για τη διαπίστωση της αιτιώδους σχέσης καθοριστική σημασία έχουν τα ιατρικά στοιχεία της υπόθεσης, όπως οι ιατρικές γνωματεύσεις και η ιατροδικαστική έκθεση.
Συνεπώς, η νομολογία δέχεται ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τροχαίου ατυχήματος και θανάτου μπορεί να υφίσταται ακόμη και όταν μεσολαβεί σημαντικό χρονικό διάστημα νοσηλείας, εφόσον ο αρχικός τραυματισμός παραμένει ενεργός και πρόσφορος παράγοντας για την επέλευση του αποτελέσματος. (Αθαν. Κρητικός «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, Εκδ. 2008, σελ. 641 στ.38», ΑΠ 839/2020, Δ’ Πολιτικό τμήμα, Ιστοσελίδα ΑΠ , ΑΠ 1360/2010, Δ’ Πολιτικό τμήμα, Ιστοσελίδα ΑΠ, ΜΠρΘες 233/2013 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).