Σύμφωνα με τη διάταξη 932 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στην οικογένεια του κατά κανόνα περιλαμβάνονται τα πρόσωπα που συνδέονται με το θύμα με δεσμούς στενής συγγένειας και αγάπης, έστω και αν δεν υπάρχει συγκατοίκηση. Ο ακριβής προσδιορισμός των προσώπων που ανήκουν στην έννοια της οικογένειας δεν παρέχεται από καμία διάταξη του ΑΚ, συνεπώς, ο προσδιορισμός των προσώπων αυτών, ανήκει στη θεωρία και στη νομολογία.
Μεταξύ των δικαιούχων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης περιλαμβάνεται και το κυοφορούμενο [nasciturus], εάν αυτό γεννηθεί ζωντανό, για την ψυχική οδύνη που είναι βέβαιο ότι θα δοκιμάσει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όταν θα φθάσει στην ηλικία που θα μπορεί να δέχεται τις επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου και να αισθάνεται την έλλειψη του μέλους της οικογένειας που θανατώθηκε (Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, Τόμος Ι, 2019,Κεφ. Βˊ: Αποζημίωση, έκταση και καθορισμός §38, σελ.600, βλ. έτσι και ΑΠ 1308/2015 ΝοΒ 2016, 614).
Για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος του κυοφορούμενου, θα πρέπει αυτό να είχε «συλληφθεί» κατά το χρόνο του θανάτου του συγγενικού προσώπου που θανατώθηκε συνεπεία αδικοπραξίας, εφόσον αυτό γεννηθεί ζωντανό. Τούτο διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπήρχε ως πρόσωπο (ήτοι, ανθρώπινο σώμα και ζωή), ήταν φορέας του δικαιώματος της προσωπικότητας και ως εκ τούτου είχε γεννημένο δικαίωμα τέτοιας αποζημιώσεως, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36ΑΚ, ως προς τα δικαιώματα που του επάγονται το κυοφορούμενο θεωρείται γεννημένο, αν γεννηθεί ζωντανό.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει πλάσμα δικαίου, εξομοιώνοντας το κυοφορούμενο με φυσικό πρόσωπο, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν έχει ακόμα γεννηθεί, υπό την προϋπόθεση, ότι κατά το χρόνο της επαγωγής του δικαιώματος έχει λάβει χώρα τουλάχιστον το γεγονός της σύλληψής του και υπό την αίρεση, ότι αυτό θα γεννηθεί ζωντανό για την ψυχική οδύνη που είναι βέβαιο ότι θα δοκιμάσει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων όταν θα φθάσει σε ηλικία που θα μπορεί να δέχεται επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου και να αισθάνεται την έλλειψη του μέλους της οικογένειάς του που θανατώθηκε (Α.Π. 1261/2007 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ», Α.Π. 1652/2002 Ελλ.Δ./νη 44, 1562, Α.Π. 97/2001 Ελλ. Δ/νη 42, 674).